αμφιβάλλω

[амфивалло] р. сомневаться.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αμφιβάλλω" в других словарях:

  • ἀμφιβάλλω — throw pres subj act 1st sg ἀμφιβάλλω throw pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμφιβάλλω — αμφιβάλλω, αμφέβαλα βλ. πίν. 146 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αμφιβάλλω — (Α ἀμφιβάλλω) 1. έχω αμφιβολία, δισταγμό, δεν είμαι βέβαιος για κάτι, αμφιταλαντεύομαι 2. αμφισβητώ, διστάζω να πιστέψω κάτι αρχ. (στον Όμ. συνήθ. σε τμήση) Ι. ενεργ. περιβάλλω, ρίχνω ή εναποθέτω κάτι γύρω από κάποιον ή κάτι 1. (για ρούχα) ντύνω… …   Dictionary of Greek

  • αμφιβάλλω — αμφέβαλα, έχω αμφιβολία, δεν είμαι βέβαιος για κάτι: Αμφιβάλλω αν τα πράγματα έγιναν όπως τα αφηγήθηκε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀμφιβάλησθε — ἀμφιβάλλω throw aor subj mp 2nd pl ἀμφιβάλλω throw aor subj act 2nd pl (epic) ἀμφιβά̱λησθε , ἀμφιβάλλω throw aor subj mid 2nd pl (doric) ἀμφιβά̱λησθε , ἀμφιβάλλω throw aor subj act 2nd pl (epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφιβάλῃ — ἀμφιβάλλω throw aor subj mp 2nd sg ἀμφιβάλλω throw aor subj act 3rd sg ἀμφιβά̱λῃ , ἀμφιβάλλω throw aor subj mid 2nd sg (doric) ἀμφιβά̱λῃ , ἀμφιβάλλω throw aor subj act 3rd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφιβαλοῦσι — ἀμφιβάλλω throw aor part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀμφιβάλλω throw fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric) ἀμφιβάλλω throw fut ind act 3rd pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφιβαλοῦσιν — ἀμφιβάλλω throw aor part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀμφιβάλλω throw fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric) ἀμφιβάλλω throw fut ind act 3rd pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφιβάλλετε — ἀμφιβάλλω throw pres imperat act 2nd pl ἀμφιβάλλω throw pres ind act 2nd pl ἀμφιβάλλω throw imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφιβάλλῃ — ἀμφιβάλλω throw pres subj mp 2nd sg ἀμφιβάλλω throw pres ind mp 2nd sg ἀμφιβάλλω throw pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.